σκανδαλοθήρας

σκανδαλοθήρας
ο
1) любитель скандальных историй; 2) репортёр скандальной хроники

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "σκανδαλοθήρας" в других словарях:

  • σκανδαλοθήρας — ο αυτός που δημιουργεί σκάνδαλα ή επιδιώκει την αποκάλυψη σκανδάλων: Αυτός ο βουλευτής είναι σκανδαλοθήρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκανδαλοθήρας — ο, Ν αυτός που αναζητεί επίμονα και παντού σκάνδαλα και βρίσκει ευχαρίστηση στην αποκάλυψή τους ή και που κατασκευάζει σκάνδαλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκάνδαλο + θήρας (< θήρα «κυνήγι»), πρβλ. προικο θήρας, χρυσο θήρας. Η λ. μαρτυρείται από το 1887… …   Dictionary of Greek

  • θήρα — I Νησί των Κυκλάδων. Βλ. λ. Σαντορίνη. Άποψη του γραφικού οικισμού Θήρα, με την πανοραμική θέα, στο ομώνυμο νησί των Κυκλάδων. II Κωμόπολη (υψόμ. 260 μ., 2.113 κάτ.) και πρωτεύουσα της Σαντορίνης. Είναι χτισμένη στα δυτικά παράλια του νησιού,… …   Dictionary of Greek

  • σκανδαλοθηρία — η, Ν [σκανδαλοθήρας] το κυνήγι τών σκανδάλων, η επίμονη αναζήτηση σκανδάλων και η αποκάλυψή τους, η υπερβολική ενασχόληση με κάθε είδους σκάνδαλα, πραγματικά ή και φανταστικά, η μεγαλοποίηση και η κατά κόρον δημοσιοποίησή τους, ιδίως με τα μέσα… …   Dictionary of Greek

  • σκανδαλοθηρικός — ή, ό, Ν [σκανδαλοθήρας] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σκανδαλοθηρία ή στον σκανδαλοθήρα («σκανδαλοθηρικό δημοσίευμα»). επίρρ... σκανδαλοθηρικά Ν (τροπ.) με σκανδαλοθηρικό τρόπο …   Dictionary of Greek

  • σκανδαλοθηρώ — έω, Ν [σκανδαλοθήρας] διενεργώ σκανδαλοθηρία («ορισμένες εφημερίδες σκανδαλοθηρούν») …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»